Κυβέρνηση /kivɛɾˈnisi/ Noun

English
government
ไทย
รัฐบาล

Example

  • Η Κυβέρνηση έχει υποσχεθεί να μειώσει τους φόρους.
  • The government has promised to lower taxes.
  • Η λέξη είναι πάντα θηλυκού γένους.