λανθασμένο /lanθaˈzmeno/ Adjective

English
incorrect
ไทย
ไม่ถูกต้อง

Example

  • Οι πληροφορίες που δόθηκαν στο εγχειρίδιο ήταν **λανθασμένες**.
  • The information provided in the manual was incorrect.
  • Εδώ το 'λανθασμένος' κλίνει με το ουσιαστικό 'πληροφορίες' (θηλυκό πληθυντικό).