λεπτό /lepˈto/ Noun

English
penny
ไทย
เพนนี

Example

  • Έριξε ένα [λεπτό] (ψιλό / γρόσι / λεπτάκι) στη βρύση των ευχών.
  • He dropped a penny into the fountain.
  • Η χρήση του 'λεπτό' εδώ είναι άμεση και κατανοητή.