Λιανικό Εμπόριο /liandiˈko emˈborio/ Noun
- English
- retail
- ไทย
- การค้าปลีก
Example
- Ο κλάδος της λιανικής είδε σημαντική ανάπτυξη φέτος.
- The retail sector has seen significant growth this year.
- Εδώ το 'λιανική' λειτουργεί ως ουσιαστικό που προσδιορίζει τον τομέα.