λήψη απόφασης /liptsi ɐfˈðasɪs/ Noun
- English
- decision-making
- ไทย
- การตัดสินใจ
Example
- Η ευθύνη της [λήψη αποφάσεων] βαραίνει το Διοικητικό Συμβούλιο.
- Responsibility for decision-making lies with the board.
- Εδώ το 'λήψη αποφάσεων' είναι ο πιο τυπικός και άμεσος όρος.