Λωρίδα /loˈriða/ Noun

English
lane
ไทย
ช่องทาง

Example

  • Το εξοχικό είναι κρυμμένο κάτω από μια ελικοειδή αγροτική [λωρίδα].
  • The cottage is tucked away down a winding country lane.
  • Εδώ η 'λωρίδα' παραπέμπει σε στενό, χωμάτινο δρόμο, όχι σε αυτοκινητόδρομο.