φωνακλάς /fonaˈklas/ Adjective

English
loud
ไทย
เสียงดัง

Example

  • Η δυνατή μουσική κράτησε ξύπνιους τους γείτονες.
  • The loud music kept the neighbors awake.
  • Χρησιμοποιούμε το 'δυνατή' (θηλυκό) γιατί το 'μουσική' είναι θηλυκό.