επιλύω /epilˈi.o/ Verb
- English
- solve
- ไทย
- แก้ไขปัญหา
Example
- Γίνονται προσπάθειες να **λυθεί** το πρόβλημα της διαχείρισης αποβλήτων.
- Attempts are being made to solve the problem of waste disposal.
- Το 'λύω' είναι το πιο συνηθισμένο για καθημερινά προβλήματα.