Μαμά /maˈma/ Noun

English
mum
ไทย
แม่

Example

  • Θα πάρω τη [Μαμά] (Μαμά / Μανούλα / Μητέρα) να δω πώς είναι.
  • I'm calling my mum to see how she's doing.
  • Το 'Μαμά' είναι το πιο κοινό και ουδέτερο.