μέντορας /menˈtoras/ Noun

English
mentor
ไทย
เมนเทอร์

Example

  • Ήταν φίλη και **μέντορας** για πολλούς νέους ηθοποιούς.
  • She was a friend and mentor to many young actors.
  • Η λέξη «μέντορας» είναι πλέον πλήρως ενσωματωμένη, αλλά το «καθοδηγήτρια» διατηρεί μια πιο ζεστή χροιά.