το μέταλλο /oɾiktó/ Noun
- English
- mineral
- ไทย
- แร่ธาตุ
Example
- Η γη είναι γεμάτη από πολύτιμα μέταλλα [ορυκτά / ανόργανα στοιχεία / πετρώματα] — η κληρονομιά μας.
- The earth is full of valuable minerals.
- Το 'μέταλλο' είναι το πιο συνηθισμένο, ακόμα και για μη μεταλλικά στοιχεία στο χώμα.