μεταβλητή / μεταβλητός /metavliˈti/ Επίθετο

English
variable
ไทย
ตัวแปร

Example

  • Ο καιρός στην Κρήτη είναι συχνά **μεταβλητός** όλο το ανοιξιάτικο διάστημα.
  • The region experiences variable weather patterns throughout the spring.
  • Δείχνει την αστάθεια του καιρού.