μοιράζομαι / κοινοποιώ /miˈrazo me/ Verb
- English
- share
- ไทย
- แบ่งปัน (bàeng-bpan) / แชร์ (share)
Example
- Δεν υπάρχει άδειο τραπέζι. Μήπως να **μοιραστούμε**;
- There isn't an empty table. Would you mind sharing?
- Εδώ το 'μοιράζομαι' είναι αμοιβαίο και άμεσο.