Μέτοχος /meˈtoχos/ Noun

English
shareholder
ไทย
ผู้ถือหุ้น

Example

  • Οι βασικοί μέτοχοι (οἱ μέτοχοι οἱ βασικοί) της εταιρείας συναντήθηκαν για να συζητήσουν τη συγχώνευση.
  • The major shareholders in the company met to discuss the merger.
  • Το 'βασικοί μέτοχοι' είναι η μαγνητική φράση για 'major shareholders'.