μεσαίο / μέσο /meˈsio/ Adjective
- English
- medium
- ไทย
- ระดับกลาง
Example
- Φοράει ρούχα **μέτριου** μεγέθους. (Η **αποχρώσεις** / **ισορροπία** / **στάθμη**) — της: She wears a medium size.
- She wears a medium size.
- Στο μέγεθος, το 'μέτριος' είναι κοινό, αλλά το 'μεσαίος' είναι πιο ακριβές για ρούχα.