κινητήρας /ci.niˈti.ras/ Noun

English
engine
ไทย
กลไกขับเคลื่อน

Example

  • Ο ντίζελ [μηχανή] βούιξε και πήρε μπρος.
  • The diesel engine hummed to life.
  • Εδώ το 'μηχανή' είναι το πιο φυσικό για αυτοκίνητο.