ΜΗΧΑΝΗ /mi.xaˈni/ Noun

English
machine
ไทย
เครื่องจักร

Example

  • Το εργοστάσιο εγκατέστησε μια νέα {μηχανή} συσκευασίας.
  • The factory installed a new packaging machine.
  • Το 'μηχανή' είναι πιο συνηθισμένο για μεγάλες βιομηχανικές μονάδες.