μήκος /ˈmiːkos/ Noun

English
length
ไทย
ความยาว

Example

  • Μέτρησε το [μήκος] του υφάσματος πριν το κόψεις.
  • Measure the length of the fabric before cutting.
  • Εδώ το 'μήκος' είναι η βασική μέτρηση.