Δευτερεύων / Ασήμαντος /ðevteˈrevon/ Adjective
- English
- minor
- ไทย
- เล็กน้อย
Example
- Το νέο σχέδιο περιλαμβάνει τη διεύρυνση ενός [μικρού] δρόμου μέσα στην κοιλάδα.
- The new plan involves widening a minor road through the valley.
- Εδώ το 'μικρός' υποδηλώνει περιορισμένη κλίμακα.