Μόνιμα /moˈniːma/ Adverb

English
permanently
ไทย
อย่างถาวร

Example

  • Το μελάνι λέκιασε το χαλί [μόνιμα] — σαν να έπεσε μια βόμβα στο σαλόνι.
  • The ink stained the carpet permanently.
  • Εδώ τονίζεται η μη αναστρέψιμη ζημιά.