Μόνιμος /moˈni.mos/ Adjective

English
permanent
ไทย
ถาวร

Example

  • Δεν μπόρεσε να βρει **μόνιμη** δουλειά.
  • She was unable to find a permanent job.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη σταθερότητας στην εργασία.