μηνιαίως /mi.niˈe.os/ Adjective

English
monthly
ไทย
รายเดือน

Example

  • Κάνουμε μια μηνιαία σύσκεψη ομάδας για να ευθυγραμμιστούμε στους στόχους. [Εκτελώ / Εκτελέσω] / [Συζητώ / Συζητήσω] — του: We hold a monthly team sync to align on goals.
  • We hold a monthly team sync to align on goals.
  • Το 'μηνιαία' (επίρρημα) είναι πιο συχνό εδώ, αλλά το επίθετο 'μηνιαία σύσκεψη' είναι άψογο.