ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ /ci.ni.tiˈras/ Adjective

English
motor
ไทย
มอเตอร์

Example

  • Ο δρόμος είναι κλειστός για [κινητήριες/οδηγούμενες] μεταφορές.
  • The street is closed to motor vehicles.
  • Εδώ το 'κινητήριος' είναι πιο επίσημο.