μπολ /boʊl/ Noun

English
bowl
ไทย
ชาม/โบวล์

Example

  • Έριξε το γάλα στο [μπολ] των δημητριακών.
  • She poured the milk into the cereal bowl.
  • Η πιο συνηθισμένη λέξη για το πρωινό.