Μυς /mis/ Noun

English
muscle
ไทย
กล้ามเนื้อ

Example

  • Ρήμασε τον τετρακέφαλο [μυς] — του [τραυματισμού] — κατά τη διάρκεια του αγώνα.
  • He tore a calf muscle during the game.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο ενικός, υποδηλώνοντας συγκεκριμένη δομή.