πρωτότυπο /ˈnɒvəl/ Noun
- English
- novel
- ไทย
- เรื่องแปลกใหม่
Example
- Αυτή τη στιγμή [χτίζει/χτίζει] το πρώτο της [μυθιστόρημα/νουβέλα/ιστορία].
- She is currently writing her first novel.
- Το ρήμα 'χτίζω' (imperfective) δείχνει τη συνεχή διαδικασία της συγγραφής.