ναυτικός /naftikós/ AdjectiveEnglishnavalไทยนาวีExampleΗ [ναυτικός: ναυτικός / ναυτικός / ναυτικός] ακαδημία εκπαιδεύει τους μελλοντικούς ηγέτες.The naval academy trains future leaders.Εδώ το «ναυτικός» είναι ο πιο άμεσος και επίσημος όρος.