niche (ως δάνειο) /niːʃ/ ή /nɪtʃ/ Noun
- English
- niche
- ไทย
- เฉพาะกลุ่ม
Example
- Τελικά βρήκε την **εξειδικευμένη θέση** του στον αθλητικό σχολιασμό.
- He eventually found his niche in sports journalism.
- Εδώ το «εξειδικευμένη θέση» τονίζει την μοναδικότητα της επιτυχίας.