Ευφυΐα /efyiˈa/ Noun
- English
- intelligence
- ไทย
- สติปัญญา
Example
- Είναι μια γυναίκα με μεγάλη **νοημοσύνη** (Διαίσθηση / Οξύνοια / Σοφία) — είναι πραγματικά σπάνιο εύρημα.
- She is a woman of great intelligence.
- Το «μεγάλη» (great) είναι η πιο φυσική επίθετη σύνδεση.