Ολοκλήρωση /olo kliˈrosi/ Noun
- English
- completion
- ไทย
- การเสร็จสิ้น
Example
- Η ολοκλήρωση (περάτωση/εκπλήρωση/τελείωση) του νέου νοσοκομείου έχει προγραμματιστεί για τον Ιούνιο.
- The completion of the new hospital building is scheduled for June.
- Εδώ η 'ολοκλήρωση' είναι επίσημη και αφορά ένα μεγάλο έργο.