Ωχ! /o̞x/ Exclamation

English
oh
ไทย
อ๋อ

Example

  • Ω, δεν είχα καταλάβει ότι η συνάντηση μεταφέρθηκε.
  • Oh, I didn't realize the meeting was moved.
  • Εδώ δηλώνει ξαφνική συνειδητοποίηση.