ομότιμος /oˈmitimos/ NounEnglishpeerไทยเพื่อนร่วมระดับExampleΑπολαμβάνει τον σεβασμό των **ομοτίμων** της. (Σεβασμός / Ισότητα / Αναγνώριση)She enjoys the respect of her peers.Εδώ τονίζεται η επαγγελματική ή κοινωνική ισοτιμία.