Οριακός /oɾiaˈkos/ Adjective

English
marginal
ไทย
เล็กน้อย

Example

  • Η εταιρεία ανακοίνωσε μια **οριακή** αύξηση στα τριμηνιαία κέρδη.
  • The company reported a marginal increase in quarterly profits.
  • Εδώ τονίζεται η μικρή, οριακή διαφορά.