Ορίζω /oˈrizo/ Verb
- English
- designate
- ไทย
- กำหนด
Example
- Το πάρκο **ορίστηκε** ως καταφύγιο άγριας ζωής. (Ορίζω/Ορίσω: Το δάσος **κατονομάστηκε** ως καταφύγιο άγριας ζωής / Το δάσος **προσδιορίστηκε** ως καταφύγιο άγριας ζωής)
- The park was designated as a wildlife sanctuary.
- Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (ορίστηκε) γιατί είναι μια ολοκληρωμένη πράξη.