Ουσιαστικά /u.si.a.stiˈka/ Adverb
- English
- essentially
- ไทย
- โดยเนื้อแท้
Example
- Υπάρχουν τρεις κατ' ουσίαν διαφορετικοί τρόποι να λυθεί αυτό το πρόβλημα.
- There are three essentially different ways to solve this.
- Εδώ τονίζει τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των μεθόδων.