παγιδεύω /paʝiˈðevo/ Ουσιαστικό

English
trap
ไทย
หลุมพราง

Example

  • Ο αγρότης έστησε μια **παγίδα** για την αλεπού. [παγίδα / τέχνασμα / δόλωμα] — της αλεπούς.
  • The farmer set a trap for the fox.
  • Η κλασική, κυριολεκτική χρήση.