Παγκοσμίως /paɣkosˈmios/ Adjective
- English
- worldwide
- ไทย
- ระดับโลก
Example
- Η εταιρεία έχει **παγκόσμια** φήμη για την ποιότητα. [Οικουμενική / Διεθνής / Καθολική] — της: Η εταιρεία έχει παγκόσμια φήμη για την ποιότητα.
- The company has a worldwide reputation for quality.
- Το 'παγκόσμιος' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.