παιχνίδι /pɛˈθi/ NounEnglishtoyไทยของเล่นExampleΤο πάτωμα γέμισε με πλαστικά [παιχνίδια] — σαν να έπεσε ένα κουτί από το ράφι.The floor was covered in plastic toys.Η λέξη είναι ουδέτερη και πολύ συχνή.