παρέλαση /paˈre.la.si/ Noun

English
parade
ไทย
ขบวนพาเหรด

Example

  • Η παρέλαση [επίδειξη / πομπή / λιτανεία] των μαθητών ήταν ένα πολύχρωμο θέαμα.
  • The Lord Mayor’s parade was a colorful spectacle.
  • Η «παρέλαση» είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή για δημόσιες εκδηλώσεις.