Παράγραφος /paˈra.ɣra.fos/ NounEnglishparagraphไทยย่อหน้าExampleΔιάβασε την πρώτη παράγραφο (παράγραφος / ενότητα / τμήμα) της επιστολής δύο φορές.She read the first paragraph of the letter twice.Η 'παράγραφος' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος.