παρακινώ /paɾakinoˈ/ Verb
- English
- motivate
- ไทย
- สร้างแรงบันดาลใจ
Example
- Τι **παρακινεί** (δίνω κίνητρο / εμπνέω / υποκινώ) τους ανθρώπους να διαπράττουν τέτοιες επιθέσεις;
- What motivates people to carry out such attacks?
- Το 'παρακινώ' εδώ καλύπτει την ψυχολογική αιτία.