παράθυρο /paraˈθiro/ Noun

English
window
ไทย
หน้าต่าง

Example

  • Κοίταξε έξω από το [παράθυρο] — η θέα είναι μαγευτική.
  • She looked out of the window.
  • Η πράξη της κοιτάγματος είναι η πιο συχνή χρήση.