παρενόχληση /parɛnoˈxli.si/ Noun
- English
- harassment
- ไทย
- การคุกคาม
Example
- Υπέμεινε χρόνια εργασιακής [παρενόχλησης] (κακομεταχείρισης / εκφοβισμού / ταπείνωσης) — της δουλειάς της.
- She endured years of workplace harassment.
- Εδώ το 'παρενόχληση' είναι ο νομικός όρος.