Πάρκο /ˈpar.ko/ ΟυσιαστικόEnglishparkไทยสวนสาธารณะExampleΤα παιδιά παίζουν στο [το πάρκο] — στο [Άλσος] / στο [Πράσινο] / στο [Κήπο].The children are playing in the park.Το 'πάρκο' είναι η πιο κοινή, δανεική λέξη.