Παρουσία /paɾuˈsi.a/ Noun

English
attendance
ไทย
การเข้าประชุม/การลงชื่อเข้างาน

Example

  • Η [παρουσία] σε αυτές τις διαλέξεις δεν είναι υποχρεωτική.
  • Attendance at these lectures is not compulsory.
  • Εδώ το 'παρουσία' είναι το πιο φυσικό.