παθητικός /paθiˈtikos/ AdjectiveEnglishpassiveไทยเฉื่อยชาExampleΈπαιξε έναν [παθητικός (αδρανής/αμέτοχος/απραξία)] ρόλο στη σχέση.He played a passive role in the relationship.Υποδηλώνει έλλειψη συμμετοχής ή αντίστασης.