περιοχή /peɾiˈoçi/ Noun

English
region
ไทย
ภูมิภาค

Example

  • Η ορεινή ΠΕΡΙΟΧΗ είναι δημοφιλής στους πεζοπόρους.
  • The mountainous region is popular with hikers.
  • Η λέξη 'περιοχή' εδώ είναι ουδέτερη και περιγραφική.