περίπλοκος /peˈriplokos/ Adjective

English
complicated
ไทย
ซับซ้อน

Example

  • Οι νέοι φορολογικοί νόμοι είναι απίστευτα [περίπλοκοι]. [Περίπλοκος / Δυσνόητος / Δαιδαλώδης] — Οι νέοι φορολογικοί νόμοι είναι απίστευτα δυσνόητοι.
  • The new tax laws are incredibly complicated.
  • Εδώ τονίζουμε τη δυσκολία στην ανάλυση των νόμων.