περισσευούμενος /ɪkˈsɛs/ Adjective

English
excess
ไทย
ส่วนเกิน

Example

  • Η [περισσευούμενη τροφή] αποθηκεύεται ως λίπος.
  • Excess food is stored as fat.
  • Εδώ το 'περισσευούμενη' είναι πιο φυσικό από το 'υπερβολική'.