κατά καιρούς κατά καιρούς Επίθετο
- English
- occasional
- ไทย
- เป็นครั้งคราว
Example
- Μας βοηθάει με **περιστασιακές** εργασίες. (κατά καιρούς / σποραδικός / αραιός) — of: He works for us on an occasional basis.
- He works for us on an occasional basis.
- Εδώ τονίζουμε την έλλειψη σταθερού προγράμματος.